| Ἀτυχοῦντα μὴ ἐπιγελᾷν. | Ἐκεῖνον ποὺ ἀτύχησε νὰ μὴν τὸν περιγελοῦμε. |
| Γνῶθι σαὑτόν. | Νὰ γνωρίζεις τὸν ἑαυτό σου. |
| Χαλεπώτατον τὸ γνώσκειν ἑαυτόν. Πολλὰ γὰρ ὑπὸ φιλαυτίας ἕκαστον ἑαυτῷ προστιθέναι. | Δυσκολότατο εἶναι νὰ γνωρίσει κανεὶς τὸν ἑαυτό του. Διότι κάθε ἕνας, λόγῳ τοῦ ἐγωισμοῦ του, προσθέτει πολλὰ καλὰ στο ἄτομό του (ποὺ δὲν τὰ ἔχει). |
| Κάλλιστον εἶναι βασιλέα τὸν μὴ μόνον τοῦ φοβερὸν εἶναι φροντίζοντα. | Παρὰ πολὺ κακὸς εἶναι ὁ βασιλιὰς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος φροντίζει νὰ μὴν προξενεῖ μόνο φόβο. |
| Τὸν ἄρχοντα χρῆναι μηδὲν φρονεῖν θνητὸν ἀλλὰ πάντ᾿ ἀθάνατα. | Ὁ Ἄρχων πρέπει τίποτα νὰ μὴν σκέπτεται σὰν θνητός, ἀλλὰ σὰν ἀθάνατος. |
| Τὸν τεθνηκότα μὴ κακολογεῖν. | Ἐκεῖνον ποὺ ἔχει πεθάνει νὰ μὴν τὸν κακολογεῖς. |
| Ζημίαν αἱρεῖσθαι μᾶλλον, ἢ κέρδος αἰσχρόν. Ἡ μὲν ἅπαξ ἐλύπησε. Τὸ δὲ διὰ παντός. | Νὰ προτιμᾷς τὴν ζημία, ἀπὸ τὸ αἰσχρὸ κέρδος. Γιατὶ ἡ μὲν ζημία μία φορὰ προξενεῖ λύπη, ἐνῶ τὸ τέτοιου εἴδους κέρδος σὲ λυπεῖ συνεχῶς. |
| Γλώττης κρατεῖν καὶ μάλιστα ἐν συμποσίῳ. | Νὰ συγκρατεῖς τὴν γλῶσσά σου καὶ προπάντων σὲ συμπόσια. |
| Γλῶττα μὴ προτρεχέτω τοῦ νοῦ. | Νὰ μὴν προτρέχει ἡ γλῶσσα τῆς σκέψης. |
| Ἐν λιθίναις ἀκόναις ὁ χρυσὸς ἐξετάζεται διδοὺς βάσανον φανεράν. Ἐν δὲ χρυσῷ ἀνδρῶν ἀγαθῶν τε κακῶν τε νοῦς ἔδωκ᾿ ἔλεγχον. | Ὁ χρυσὸς ἐλέγχεται πάνω σὲ πέτρινα ἀκόνια, δίδοντας ἔτσι ἀποδείξη τῆς γνησιότητάς του. Πάνω ὅμως στὸν χρυσό, ἡ λογικὴ ἐλέγχει τὸν χαρακτῆρα τῶν καλῶν καὶ τῶν κακῶν ἀνθρώπων. |
| Χρόνου φείδου. | Νὰ κάνεις οἰκονομία στὸν χρόνο σου. |
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου